Ο κ. Βασίλης Στυλιανάκης είναι Επίκουρος Καθηγητής του Τμήματος Ηλεκτρολόγων Μηχανικών και Τεχνολογίας των Υπολογιστών στο Πανεπιστήμιο Πατρών και Τομεάρχης σε θέματα Παιδείας του Κινήματος Ελεύθεροι Άνθρωποι. 

Τα βίντεο που κυκλοφόρησαν τις τελευταίες ημέρες στο Διαδίκτυο με τους οπαδούς ποδοσφαιρικής ομάδας να κάνουν πορεία στο κέντρο της πόλης τους με συνθήματα κατά του πρωθυπουργού κατέδειξαν για άλλη μια φορά ένα σοβαρό πρόβλημα της Ελληνικής κοινωνίας γενικώς, και της κυβερνητικής παράταξης ειδικώς. Την αδυναμία της να ενσωματώσει την πλειοψηφία της νεολαίας της και κυρίως να την πείσει ότι τη θεωρεί ισότιμο και οργανικό κομμάτι της.

Θα μπορούσε να αντιταχθεί ότι η ποδοσφαιρική αρένα δεν προσφέρεται για πολιτικά συμπεράσματα. Η υβριστική συμπεριφορά είναι βεβαίως καταδικαστέα και δεν περιποιεί τιμή ούτε σε αυτούς που εκστομίζουν τις ύβρεις αλλά ούτε και στο πολιτικό σύστημα στο οποίο απευθύνονται και στα πλαίσια του οποίου πραγματοποιούνται παρόμοιοι διάλογοι. Η στάση αυτή είναι όμως γνώριμη στον ποδοσφαιρικό χώρο, όχι μόνο στην Ελλάδα, αλλά και σε άλλες χώρες που θεωρούνται πολιτικά περισσότερο προοδευμένες. Κανείς δεν περιμένει να δει τους οπαδούς να κατευθύνονται στο γήπεδο της ομάδας τους τραγουδώντας τρυφερά και κρατώντας λουλούδια στα χέρια. Όμως, η γενικευμένη και έντονη απέχθεια των νέων του συγκεκριμένου χώρου προς την τωρινή κυβέρνηση και, πρωτευόντως, προς τον επικεφαλής της είναι πρωτόγνωρη σε ένα χώρο ο οποίος δεν μπορεί να κατηγορηθεί για κομματικές προτιμήσεις και ταυτίσεις, αλλά αντιθέτως διαπερνά όλους τους κοινωνικούς και πολιτικούς διαχωρισμούς και ο οποίος παραδοσιακά αντιδρά ταχύτατα και αυθόρμητα. Είναι επίσης ενδεικτική των διεργασιών στα στρώματα ολόκληρης της Ελληνικής κοινωνίας.

Η γενικευμένη δυσπιστία των Ελλήνων προς τον κρατικό μηχανισμό και κάθε μορφή εξουσίας έχει μελετηθεί και αναλυθεί από ιστορικούς και κάθε λογής αναλυτές. Έχει αποδοθεί μεταξύ άλλων σε ιστορικούς λόγους, όπως στην έλλειψη συνέχειας σε ικανό βάθος χρόνου του σχετικά νεαρού Ελληνικού κράτους, στην ταραγμένη πορεία του τόπου τις πρόσφατες δεκαετίες και στην καθόλου αδικαιολόγητη αίσθηση εξάρτησής του από εξωχώριους παράγοντες. Όμως, τα τελευταία χρόνια είχε δοθεί η εντύπωση ότι αυτή η απέχθεια είχε κάπως καταλαγιάσει και η χώρα θα μπορούσε να ακολουθήσει με ηρεμία την πορεία των υπολοίπων Ευρωπαϊκών χωρών από κοινού με τις οποίες ενσωματώθηκε στους Ευρωπαϊκούς μηχανισμούς. Η πορεία αυτή όμως ανακόπηκε στην ταραγμένη εποχή που ακολούθησε τα μοιραία μνημόνια και φαίνεται να παίρνει πλέον την αντίστροφη κατεύθυνση. Ο λόγος είναι κυρίως η στρατηγική επιλογή της κυβερνητικής παράταξης να κηρύξει την επιστροφή στην κανονικότητα, όπως κατ’ ευφημισμόν ονόμασε τη νοσταλγική αναμόχλευση της αυταρχικής νοοτροπίας και των απαρχαιωμένων αντιλήψεων, στοχεύοντας στους πολίτες μεγαλύτερης ηλικίας, ο αριθμός των οποίων αυξάνεται αργά αλλά σταθερά με τη συνεχή γήρανση του πληθυσμού. Η στρατηγική αυτή της κυβερνητικής παράταξης έχει όμως και τίμημά της, την αποκοπή της από τις νεότερες ηλικίες.

Η νεολαία έχει ακόμα περισσότερους λόγους να αισθάνεται αποξενωμένη από ένα κράτος το οποίο βρίσκεται σχεδόν πάντα απέναντί της και σχεδόν ποτέ μαζί της. Μια κοινωνία, γαλουχημένη να φοβάται την παιδική ξεγνοιασιά και το παιχνίδι και με την ακλόνητη πεποίθηση ότι απαραίτητη βάση της γνώσης είναι η επιβολή και η τιμωρία, έχει εγκαθιδρύσει ένα εκπαιδευτικό σύστημα στρυφνό και τιμωρητικό, το οποίο προσπαθεί μονίμως να αποκλείσει τους παιδευτικά (και σχεδόν πάντα οικονομικά) αδύνατους, αντί να εστιάσει τις προσπάθειες του σε αυτούς ακριβώς που έχουν τη μεγαλύτερη ανάγκη. Το εκπαιδευτικό σύστημα είναι ολοκληρωτικά προσανατολισμένο στο κομβικό σημείο των εισαγωγικών εξετάσεων στα Πανεπιστήμια, καταδυναστεύοντας την ζωή των υποψηφίων και των οικογενειών τους. Η παιδεία και η μόρφωση αποτελούν πολυτέλεια για αυτούς που περνούν τα καλύτερα χρόνια της ζωής τους φορτωμένοι με το άγχος και την αγωνία για τα αποτελέσματα των εξετάσεων στο τέλος της μαθητείας τους και δαπανούν για αυτό το λόγο ατέλειωτες ώρες της παιδικής τους ηλικίας σε ιδιαίτερα και φροντιστήρια.

Μαζί με την ψευδεπίγραφη χρήση της έννοιας της αριστείας, η οποία ευτελίστηκε με την εργαλειοποίησή της ως πολιτικό σύνθημα, ενώ καθημερινά χρησιμοποιείται ως άλλοθι αποκρύβοντας ευνοιοκρατικές επιλογές, εδραιώθηκε στη νεολαία η αντιπάθεια προς το εκπαιδευτικό και, στη συνέχεια, το πολιτικό σύστημα και η δυσπιστία της προς τη λειτουργία του κράτους.

Προσφάτως μάλιστα, το εκπαιδευτικό σύστημα κατάφερε να καταστεί ακόμα αντιπαθέστερο στους νέους με την εμφανή χρήση του για πολιτικούς και επικοινωνιακούς στόχους. Η κυβερνώσα παράταξη, στην προσπάθεια της να ικανοποιήσει το εκλογικό της ακροατήριο έχει θέσει στο στόχαστρό της τη νεολαία, τους μαθητές, τους φοιτητές και το προσωπικό όλων των βαθμίδων του εκπαιδευτικού συστήματος. Οι μαθητές χαρακτηρίζονται απείθαρχοι και αγράμματοι, οι φοιτητές αιώνιοι και μπαχαλάκηδες, οι δάσκαλοι και οι καθηγητές τεμπέληδες, το προσωπικό υπεράριθμο, ενώ τα Πανεπιστήμια δυσφημίζονται ως χώροι παραβατικής έως εγκληματικής συμπεριφοράς. Οι περιοχές στις οποίες συχνάζουν νεαρά άτομα βρίσκονται στο στόχαστρο των αστυνομικών οργάνων, ενώ προσφάτως κατά τη διάρκεια της πανδημίας η κοινωνία διαχωρίστηκε ηλικιακά, με επίρριψη εκατέρωθεν κατηγοριών, στους ανεύθυνους νέους και στους επικριτικούς των μεγαλύτερων ηλικιών.

Χαρακτηριστική της στρατηγικής αυτής είναι η εισαγωγή της Ελάχιστης Βάσης Εισαγωγής, η οποία αποτελεί ένα μέτρο καθαρά τιμωρητικό. Αντί της πριμοδότησης των ικανότερων σε κάποια μαθήματα με τη χρήση αυξημένου συντελεστή, η οποία δεν θα προκαλούσε ιδιαίτερες αντιδράσεις, προτιμήθηκε ο αποκλεισμός αυτών που δεν πέρασαν κάποιο όριο, παρά την συνολική τους επίδοση, ώστε να προσφερθεί μια επίγευση αυστηρότητας στους νοσταλγούς της παλιάς καλής εποχής. Περιέργως, αυτή η εμμονική ενασχόληση με τη διαδικασία επιλογής υποψηφίων, η οποία δεν χαρακτηρίζει μόνο την παρούσα κυβέρνηση, οδηγεί σε επιτυχόντες οι οποίοι στην πλειοψηφία τους αισθάνονται ότι απέτυχαν, αφού ελάχιστοι είναι αυτοί που εισάγονται στη σχολή που επιδίωκαν όταν ξεκινούσαν την μακρόχρονη προσπάθειά τους. Αυτό με τη σειρά του επηρεάζει αρνητικά το ενδιαφέρον των φοιτητών κατά τη διάρκεια των σπουδών τους, κυρίως στα πρώτα χρόνια τα οποία αποτελούν βάρος για τα επόμενα, με αποτέλεσμα την επιμήκυνση της διάρκειας των φοιτητικών σπουδών, Η επακόλουθη δε μείωση του αριθμού των εισακτέων και η απώθηση των αποκλεισμένων προς τα ιδιωτικά Ιδρύματα, τα οποία θα είναι τα μόνα στα οποία θα μπορεί ο οποιοσδήποτε να φοιτήσει με βεβαιότητα στη σχολή της επιλογής του, καταβάλλοντας το αντίστοιχο αντίτιμο, εδραίωσε την πεποίθηση της διαπλοκής συμφερόντων.

Το αρνητικό κλίμα δεν πρόκειται βεβαίως να βελτιώσει η πρωτότυπη ιδέα της εγκαθίδρυσης αστυνομικών τμημάτων εντός των Πανεπιστημίων. Η Ελληνική αυτή πατέντα έγινε ενθουσιωδώς αποδεκτή από το μέρος της Ελληνικής κοινωνίας που βλέπει με συμπάθεια την επιστροφή στο παρελθόν και τις αντιλήψεις του, τις οποίες όμως δεν ενστερνίζεται το νεανικό, και όχι μόνον, δυναμικό της χώρας.

Η νεολαία, η οποία πάντοτε προηγείται των άλλων κοινωνικών στρωμάτων με τις αντιδράσεις της στα ρεύματα της εποχής, δείχνει με τον πλέον εκκωφαντικό τρόπο να αποστρέφεται την κυβερνητική στρατηγική αλλά και τη γενικότερη πολιτική της, η οποία στηρίζεται πλέον από τις ολοένα και μεγαλύτερες ηλικίες. Στην παραδοσιακή αντίδραση των νέων σε κατεστημένα πολιτικά συστήματα έχει πλέον προστεθεί και η αντιπαράθεση με τον πολιτικό χώρο της Κυβέρνησης μετά από τη σκληρή στάση της απέναντί τους και την προσπάθειά της να ευχαριστήσει το πολιτικό της ακροατήριο. Η προβληματική κατάσταση όμως δεν αφορά μόνο ένα κυβερνητικό κόμμα και τις πολιτικές του προοπτικές. Δημιουργεί στους στους νέους την αίσθηση ενός εχθρικού κράτους και δυναμιτίζει τη σχέση της νεολαίας με την κοινωνία τους. Η Ελληνική κοινωνία κινδυνεύει να αποξενώσει ακριβώς τους νέους στους οποίους περιμένει συντόμως να στηριχθεί. Η οικοδόμηση σχέσης εμπιστοσύνης με τη νεολαία είναι μια μακρόχρονη και επώδυνη διαδικασία, ενώ, όπως συμβαίνει με όλες τις σχέσεις εμπιστοσύνης, η διάρρηξή της μπορεί να επέλθει σε ελάχιστο χρονικό διάστημα. Είναι αδήριτη ανάγκη να ανακοπεί αυτή η επικίνδυνη πορεία και τη σχετική ευθύνη φέρει το πολιτικό σύστημα και κατ’ επέκταση το εκλογικό σώμα που στέλνει τα μηνύματα και τις εντολές του.

0