ΠΡΑΣΙΝΗ ΕΝΕΡΓΕΙΑ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ – ΜΥΘΟΙ ΚΑΙ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ

Από τον απλό πολίτη έως τα υψηλόβαθμα αρμόδια κυβερνητικά στελέχη, συνεχίζει να επικρατεί στη χώρα μας σύγχυση ως προς τις δυνατότητες παραγωγής ανανεώσιμης ενέργειας, από τη γεωθερμία μέχρι τα φωτοβολταϊκά και από την αιολική ενέργεια μέχρι το βιοντίζελ. Μερικοί μάλιστα υπογραμμίζουν και την «καθαρότητα» του φυσικού αερίου σαν να ήταν και αυτό ανανεώσιμη πηγή ενέργειας. 

Επειδή λοιπόν το θέμα είναι μεγάλο και πολύπτυχο, ας επιχειρήσουμε να βάλουμε μερικά πράγματα στη θέση τους, και φυσικά ας συμφωνήσουμε στο βασικό δόγμα ότι οι ΑΠΕ είναι μονόδρομος στην Ελλάδα και παγκοσμίως στον 21ο αιώνα. 

Στο ερώτημα όμως ποιές είναι οι κυριότερες ΑΠΕ, είμαι σίγουρος ότι ο μέσος Έλληνας θα απαντήσει ότι είναι τα φωτοβολταϊκά και οι ανεμογεννήτριες. Αυτό είναι μύθος. Δεν γνωρίζω ακριβώς γιατί πρέπει ο μέσος Έλληνας να είναι παραπληροφορημένος για το ότι αυτές να είναι οι σημαντικότερες ΑΠΕ, ενώ στην Ευρώπη τα φωτοβολταϊκά και οι ανεμογεννήτριες καταλαμβάνουν ποσοστά κάτω του 7 % των ΑΠΕ. Η αλήθεια είναι ότι τη μερίδα του λέοντος στις ΑΠΕ κατέχει η ΒΙΟΜΑΖΑ με άνω του 75% των ΑΠΕ με δεύτερη σημαντική την υδρο-ηλεκτρική ενέργεια με ποσοστό 27% (Μικρά υδροηλεκτρικά <10 MW).

ΑΝΕΜΟΓΕΝΝΗΤΡΙΕΣ Η ΒΙΟΜΑΖΑ;

Οι σύγχρονες χερσαίες ανεμογεννήτριες που εγκαθίστανται στην Ελλάδα, για την βιομηχανική εκμετάλλευση της αιολικής ενέργειας, είναι ονομαστικής ισχύος από 0,85 – 3 ΜW εκάστη με μέση ετήσια πραγματική παραγωγή Η/Ρ περί τις 2600 ΜWhe ανά εγκατεστημένο MW ισχύος. Συγκριτικά μια μονάδα παραγωγής ηλεκτροπαραγωγής από (καλλιεργούμενη) βιομάζα μπορεί να παράγει περί τις 8500 ΜWhe ανά εγκατεστημένο ΜW ισχύος και περί τα 16000 MWh θερμικής ενέργειας, και αυτά χωρίς διακοπή μέρα και νύχτα καθ’ όλη τη διάρκεια του έτους (ενέργεια βάσης) σε αντίθεση με τις Α/Γ και τα Φ/Β που παράγουν ανάλογα με τις συνθήκες 

Οικονομικά στοιχεία

Η χρηματοδότηση των αιολικών πάρκων προέρχεται από την ένταξη της επένδυσης σε επιχορηγούμενα προγράμματα, είτε μέσω του Α/Ν είτε μέσω Κ/Π και με τραπεζικό δανεισμό, ενώ τα ίδια Κεφάλαια καλύπτουν μόλις το 30% του κόστους επένδυσης. Κατά μέσο όρο η απόσβεση της επένδυσης γίνεται σε 8 χρόνια. Το μεγαλύτερο ποσοστό των επενδύσεων φεύγει στο εξωτερικό σε εταιρίες κατασκευής ανεμογεννητριών  ενώ το υπόλοιπο παραμένει στη χώρα αλλά πηγαίνει κυρίως στο μεγάλο ιδιωτικό κεφάλαιο. Σε τοπικό επίπεδο η μόνη μόνιμη θέση εργασίας που θα μπορούσε να δημιουργηθεί για ένα αιολικό πάρκο είναι αυτή του φύλακα! Για την συντήρηση των ανεμογεννητριών, απαιτούνται ειδικές τεχνικές γνώσεις από τεχνικούς της κατασκευάστριας εταιρίας. Για τους Δήμους όπου θα εγκατασταθούν οι αιολικοί σταθμοί υπάρχει το περίφημο αντισταθμιστικό τέλος του 2% επί του συνολικού τζίρου – δηλαδή των εσόδων -της εταιρίας στην οποία ανήκει το αιολικό πάρκο. Αν υποθέσουμε ότι ένα αιολικό πάρκο με έσοδα 3 εκατ. €, περίπου 60.000 € προβλέπεται να αντισταθμίσει τις αρνητικές επιπτώσεις που θα έχει η εγκατάσταση του έργου στην περιοχή για τις τοπικές οικονομικές δραστηριότητες (κτηνοτροφία, τουρισμό, αγροτουρισμό κλπ.).

Για την περίπτωση παραγωγής ενέργειας από καλλιεργούμενη βιομάζα και μάλιστα σε υποβαθμισμένες περιοχές με ημιάγονα εδάφη μια μονάδα με το ίδιο ύψος εσόδων, εκτός από την ανωτέρω αντισταθμιστική εισφορά θα δώσει εργασία σε εκατοντάδες γεωργών-παραγωγών βιομάζας (20.000 στρ) που θα λάβουν περί το 1,2 εκατομμύρια €, πολλές θέσεις εργασίας αναφορικά με την συγκομιδή-μεταφορά-φόρωση-εκφόρτωση της βιομάζας (200.000 €), και ενός αριθμού αρκετών θέσεων εργασίας στο εργοστάσιο παραγωγής. Βεβαίως και η παραγωγή Η/Ρ θα είναι 3,5 φορές παραπάνω λόγω της παραγωγής βάσης περί τις 8.500 ώρες λειτουργίας ετησίως. 

Περιβάλλον – πολιτισμός

Ένα σοβαρό θέμα προκύπτει από την επιφανειακή κάλυψη του εδάφους. Εάν υποτεθεί ότι η παραγωγή της λιγνιτικής μονάδας Μεγαλόπολης (ισχύος 850 ΜWe) θα καλυφθεί από Α/Γ ισχύος 0,85-3 MW εκάστη, θα πρέπει να εγκατασταθούν στην Πελοπόννησο περί τις 3000 Α/Γ, οι οποίες θα «φιλοξενηθούν» σε κορυφογραμμές συνολικού μήκους περί τα 1000-1500 χλμ. Από τις κορυφογραμμές που θα εγκατασταθούν θα είναι εμφανείς για πολλές δεκάδες χιλιόμετρα. Σύμφωνα με υπολογισμούς στην περίπτωση που αναφέρθηκε, οι Α/Γ θα είναι ορατές σε έκταση 48.042 km2 ενώ η Πελοπόννησος έχει έκταση 21.439 km2. Συμπερασματικά  όπου βρεθείς και όπου σταθείς θα αντικρύζεις Α/Γ, όπου Έλληνες και ξένοι θα αναπολούν το σπάνιο συγκλονιστικό τοπίο που έμεινε αναλλοίωτο για αιώνες, τη φυσική ομορφιά και την πολιτισμική κληρονομιά που παρέμειναν για αιώνες πριν την νέα τάξη πραγμάτων.

Το μεγάλο αγαθό της Ελλάδας είναι ο πολιτισμός της, είναι η αύρα της ιστορίας της και τα μνημεία παγκόσμιας κληρονομιάς της UNESCO. Πρέπει να αποδείξουμε ότι εμείς είμαστε αντάξιοι της ιστορίας και του πολιτισμού μας. 

Δεν αμφισβητεί κανείς ότι οι ανεμογεννήτριες κατά την λειτουργία τους δεν αποβάλουν διοξείδιο του άνθρακα. Όμως το ίδιο συμβαίνει και με την παραγωγή πράσινης ενέργειας από καλλιεργούμενη βιομάζα (βλέπε παρακάτω). Μόνο που οι Α/Γ θα λειτουργούν πάντα συμπληρωματικά γιατί δεν μπορούν να υποκαταστήσουν τις θερμοηλεκτρικές μονάδες που παράγουν ενέργεια βάσης. 

Η παραγωγή καλλιεργούμενης βιομάζας είτε χρήσης κλαδοδεμάτων από ελιά ή πυρηνόξυλο κλπ, είναι απόλυτα συμβατή με την ήπια ανάπτυξη, τη διατήρηση της πολιτισμικής κληρονομιάς, της πραγματικής προστασίας του περιβάλλοντος, της ανάπτυξης του αγρο-τουρισμού και της ενίσχυσης του γεωργικού εισοδήματος. Με την εισαγωγή πολυετών καλλιεργειών χαμηλών έως και μηδενικών εισροών σε εγκαταλελειμμένα γεωργικά εδάφη (λόγω του φαινομένου της ερημοποίησης) εκτός της ενίσχυσης της γεωργίας θα συνεισφέρει στον περιορισμό της επιφανειακής διάβρωσης, της νιτρορύπανσης και της ρύπανσης με αγροχημικά. Ως γνωστό η παραγωγή βιομάζας έχει μηδενικό έως αρνητικό ισοζύγιο άνθρακα.

ΒΙΟΜΑΖΑ Η ΜΟΝΗ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΗ ΠΡΑΣΙΝΗ ΕΝΕΡΓΕΙΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ

Ας δούμε τώρα τι είναι η βιομάζα. Η βιομάζα αποτελεί οποιαδήποτε οργανικής προέλευσης πρώτη ύλη για την παραγωγή στερεού, υγρού ή αερίου βιο-καυσίμου. Έτσι λοιπόν ως βιομάζα νοούνται 

  1. τα υπολείμματα των αστικών και γεωργικών βιομηχανιών ή τα υπολείμματα των καλλιεργειών (π.χ. άχυρο, βαμβακόβεργες, πριονίδι, ελαιοπυρήνας, αστικά και γεωργικά λύματα, κοκ), και
  2. τα προϊόντα των ενεργειακών καλλιεργειών (π.χ. βιομάζα από αγριαγκινάρας, ινώδες σόργο, μίσχανθο, σπέρματα από ηλίανθο ή ελαιοκράμβη, στελέχη κενάφ ή γλυκού σόργου, κοκ).

Στην Ευρώπη σήμερα 81% της βιομάζας προέρχεται από υπολείμματα ξυλείας και από ενεργειακές καλλιέργειες και χρησιμοποιείται για την παραγωγή στερεών και υγρών βιοκαυσίμων, ενώ το 13% προέρχεται από στερεά απόβλητα.

Και ερχόμαστε τώρα στα βιοκαύσιμα. Από τον καθημερινό πολίτη έως τους υπουργούς ανάπτυξης και γεωργίας πιστεύουν ότι τα μόνα βιοκαύσιμα είναι το βιοντίζελ και η βιοαιθανόλη. Αυτό είναι επίσης μύθος. Τα υγρά βιοκαύσιμα και κυρίως το βιοντίζελ κατέχουν μόλις το 10% (15 εκατομ. τόνοι) ενώ την μερίδα του λέοντος (90%) κατέχουν τα στερεά βιοκαύσιμα που με ετήσια διακίνηση περί τους 150 εκατ. τόνους ισοδύναμου πετρελαίου αποτελούσαν και αποτελούν τα κύρια Ευρωπαϊκά βιοκαύσιμα. Τα καύσιμα αυτά μεταφέρονται, αποθηκεύονται και τροφοδοτούνται ως ρευστά καύσιμα και έχουν από 20ετίας 

διαμορφωμένη τιμή αγοράς για οικιακές και βιομηχανικές χρήσεις. Και όμως στην Ελλάδα χάθηκαν πολλά χρόνια για να επιβληθούν ανεπιτυχώς τα υγρά βιοκαύσιμα ενώ μπορούμε να παράγουμε το δικό μας στερεό βιο-καύσιμο στην Ελληνική γη από Ελληνικά χέρια και με δυνατότητα εξαγωγής. Το ίδιο συμβαίνει και σε άλλες χώρες όπως για παράδειγμα στη Σουηδία η οποία καλύπτεται ενεργειακά σε ποσοστό 20% από στερεά βιοκαύσιμα παραγόμενα από βιομάζα ιτιάς. Αλλά σε αυτό θα επανέλθουμε αργότερα. 

Τώρα ας εστιάσουμε στο θέμα αν είναι περιβαλλοντικά ωφέλιμο να αποδίδονται δασικές εκτάσεις στην καλλιέργεια για παραγωγή βιοκαυσίμων. Η απάντηση είναι άμεσα και κάθετα αρνητική. Με την καταστροφή του δάσους διαταράσσεται το ισοζύγιο άνθρακα και αυξάνεται δραματικά η εδαφική αναπνοή και οι εκπομπές διοξειδίου στην ατμόσφαιρα. Έχει αποδειχθεί ότι ο εδαφικός άνθρακας έχει μειωθεί σε ποσοστό μεγαλύτερο του 26% στις καλλιεργούμενες εκτάσεις. Αυτό ισχύει και στην Ελλάδα όπου οι απώλειες οργανικής ουσίας αποδείχθηκαν ακόμη μεγαλύτερες λόγω της εντατικοποιημένης καλλιέργειας και της χρήση βαρέων μηχανημάτων τις τελευταίες δεκαετίες. 

Εφ’ όσον όμως μια περιοχή ήδη καλλιεργείται, πότε είναι θεμιτή η αλλαγή χρήσης από παραγωγή τροφής σε παραγωγή ενέργειας; Εδώ πραγματικά ερχόμαστε στο πιο κρίσιμο ερώτημα για την απάντηση του οποίου απαιτείται επιστημονική γνώση και εξειδίκευση. Και πιο συγκεκριμένα θα πρέπει να αξιολογηθεί κατά πόσον πληρούνται οι παρακάτω προϋποθέσεις:

Προϋπόθεση Α. Έχει η εναλλακτική χρήση γης θετικό ενεργειακό ισοζύγιο; 

Το ενεργειακό ισοζύγιο προσδιορίζεται σχετικά εύκολα με βάση τις μεταβλητές (και σταθερές) εισροές ενέργειας για την εγκατάσταση και διαχείριση της καλλιέργειας και από το ενεργειακό περιεχόμενο του τελικού προϊόντος. Παραδείγματος χάρη στην ζώνη καλαμποκιού στις ΗΠΑ (corn belt) το ενεργειακό ισοζύγιο παραγωγής βιοαιθανόλης από καλαμπόκι είναι 1,3:1. Αντίθετα στην Ελλάδα το αντίστοιχο ισοζύγιο είναι μικρότερο της μονάδας δηλαδή θα ανακτάται λιγότερη ενέργεια ως βιοαιθανόλη από την ενέργεια που θα σπαταληθεί για την εγκατάσταση και αύξηση της καλλιέργειας μέχρι την τελική επεξεργασία του προϊόντος. 

Επομένως αναφορικά με το παραπάνω παράδειγμα η απάντηση είναι εξ’ αρχής αρνητική για την παραγωγή βιοαιθανόλης από καλαμπόκι στην Ελλάδα, ως ενεργειακά ασύμφορη.

Ενεργειακό ισοζύγιο παραγωγής βιοκαυσίμων σύμφωνα με το National Geographic (Οκτ. 2007).

Προϋπόθεση Β. Έχει η εναλλακτική χρήση γης θετικό ισοζύγιο άνθρακα;

Εφόσον αποδειχθεί θετικό το ενεργειακό ισοζύγιο, στη συνέχεια θα πρέπει να εξεταστεί το ισοζύγιο του άνθρακα. Αυτό είναι πιο περίπλοκο καθότι απαιτούνται μετρήσεις και πειραματισμός στον αγρό για τη μέτρηση των ετησίων εκπομπών CO2 λόγω εδαφικής αναπνοής ανάλογα με το είδος και τη διαχείριση της κάθε καλλιέργειας και τις εδαφοκλιματικές συνθήκες, συν τις εκπομπές CO2 από τις μεταβλητές (και σταθερές) εισροές ενέργειας. 

Παρά την έλλειψη ασφαλών μετρήσεων, και μέχρι τη δημοσίευση λεπτομερών δεδομένων ανά καλλιέργεια προτείνουμε μια γενική διαίρεση σε τρεις ομάδες καλλιεργειών στην Ελλάδα: 

  • Τις εαρινές αροτραίες καλλιέργειες όπως βαμβάκι, καλαμπόκι, τεύτλα, ηλίανθο, κλπ με εκπομπές 700-1100 κιλών διοξειδίου του άνθρακα ετησίως
  •  τις χειμερινές αροτραίες καλλιέργειες όπως σιτάρι, κριθάρι, βρώμη, κλπ με εκπομπές 500-800 κιλών διοξειδίου του άνθρακα ετησίως, και 
  • τις πολυετείς καλλιέργειες με ετήσιες εκπομπές της τάξης των -150 έως 350 κιλά διοξειδίου του άνθρακα. Οι αρνητικές τιμές προβλέπονται σε βαθύριζα φυτά που αφήνουν σημαντικές ποσότητες φυλλώματος στην επιφάνεια του εδάφους που στη συνέχεια χουμοποιείται. Τυπικό παράδειγμα αναφέρουμε την καλλιέργεια της αγριαγκινάρας.  

Σχετικά με τις εκπομπές διοξειδίου που συνδέονται με τις μεταβλητές εισροές, ένα παράδειγμα δίδεται στον παρακάτω πίνακα για δύο ενεργειακές καλλιέργειες: τη χαμηλών εισροών καλλιέργεια αγριαγκινάρας (πολυετές βαθύρριζο φυτό) και την υψηλών εισροών καλλιέργεια του ινώδους σόργου (μονοετές, επιπολαιόριζο φυτό) για την παραγωγή στερεού βιοκαυσίμου. Οι εκπομπές διοξειδίου στο παράδειγμα αυτό εκφράζονται σε κιλά ανά εκτάριο (1 ha = 10 στρ).  

Εκπομπές CO2 σε τόνους ανά έτος από τη λειτουργία καυστήρα 400 kW τροφοδοτούμενο με διαφορετικά καύσιμα (National Geographic).

Συνοψίζοντας, οι εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα μπορεί να κυμαίνονται από αρκετούς τόνους θετικών έως αρκετούς τόνους αρνητικών εκπομπών ανά παραγόμενη θερμική ή ηλεκτρική μεγαβατώρα. Για παράδειγμα, η ετήσια λειτουργία ενός καυστήρα 400 kW μπορεί να ευθύνεται για εκπομπές 200 t διοξειδίου του άνθρακα αν ως καύσιμο χρησιμοποιεί πετρέλαιο, 160 t αν χρησιμοποιείται φυσικό αέριο, 100 t αν χρησιμοποιείται βιομάζα από καλλιεργούμενο σόργο και -30 t αν χρησιμοποιείται βιομάζα από καλλιεργούμενη αγριαγκινάρα, όπως φαίνεται στην παραπάνω Εικόνα. Στην περίπτωση που χρησιμοποιηθούν υπολείμματα βιομάζας (ελαιοπυρήνας, πριονίδι κλπ) υπολογίζονται εκπομπές της τάξης των 10 t διοξειδίου του άνθρακα.  

Αναφέραμε παραπάνω ότι η παραγωγή αιθανόλης στην corn belt έχει κατά 30% θετικό ενεργειακό ισοζύγιο. Όμως το ισοζύγιο άνθρακα (σύμφωνα με δεδομένα του Εργαστηρίου μας) είναι αρνητικό και επομένως η παραγωγή βιοκαυσίμου από καλαμπόκι είναι περιβαλλοντικά επιβλαβής. Το ίδιο ισχύει και για την παραγωγή βιοντίζελ από ηλίανθο. Ας θεωρήσουμε ότι από ένα στρέμμα ηλίανθου θα παραχθούν 350 κιλά ηλιόσπορου δηλαδή τελικά 120 κιλά βιοντίζελ. Το ανακυκλώσιμο αυτό καύσιμο θα ελαττώσει τις εκπομπές CO2 κατά 200-400 κιλά ανάλογα με το καύσιμο που θα αντικαταστήσει. Οι εκπομπές όμως CO2 λόγω μεταβλητών εισροών (όργωμα, προετοιμασία, σπορά, λίπανση, λιπάσματα, άρδευση, συγκομιδή, μεταφορά, μεταποίηση, κλπ) προκαλούν εκπομπές CO2 πάνω από 150 κιλά ανά στρέμμα. Το σπουδαιότερο όμως είναι ότι ο ηλίανθος ως αρδευόμενη εαρινή καλλιέργεια προκαλεί οξείδωση της οργανικής ουσίας του εδάφους και εκπομπές CO2 που υπερβαίνουν τους 0,7 t CO2 (και τον 1 t COστην περίπτωση του καλαμποκιού) ανά στρέμμα στην Ελλάδα. Έτσι οι τελικές εκπομπές CO2 υπερβαίνουν τους 0,9 και 1,2 t CO2 ανά στρέμμα καλλιεργούμενου εδάφους με ηλίανθο και καλαμπόκι, αντίστοιχα, και υπερβαίνουν κατά πολύ τις εκπομπές που θα ελαττώσουμε από το παραγόμενο βιοκαύσιμο (βιοαιθανόλη και βιοντίζελ, αντίστοιχα.

Προϋπόθεση Γ. Έχει η εναλλακτική χρήση γης οικονομικό ενδιαφέρον για τον γεωργό;

Αν η ενεργειακή καλλιέργεια αξιολογηθεί θετικά ως προς τα προηγούμενα δύο κριτήρια, σειρά έχει η οικονομική βιωσιμότητα, δεδομένου ότι η εναλλακτική καλλιέργεια πρέπει να παρέχει κίνητρο στον γεωργό σε σχέση με την παραδοσιακή του καλλιέργεια. Μια τέτοια ποσοτική αξιολόγηση απαιτεί καλή γνώση του περιβάλλοντος παραγωγής, του μεγέθους των αγροκτημάτων και της τοπικής αγοράς. 

Ας πάρουμε το παράδειγμα της αγριαγκινάρας. 

Το ενεργειακό της ισοζύγιο είναι 27:1. Με άλλα λόγια από 60.000 στρ αγριαγκινάρας -όση δηλαδή η αγροτική περιοχή ενός χωριού- μπορεί να παραχθεί ενέργεια όση θα παραγόταν από 1,5 εκατ. στρ καλαμποκιού (περίπου όλο το καλαμπόκι της Ελλάδας) υπό τη μορφή βιοαιθανόλης.

Το ισοζύγιο άνθρακα είναι θετικό. Δηλαδή όχι μόνο η καλλιέργεια παράγει τελείως ανακυκλώσιμο καύσιμο αλλά μάλιστα προσθέτει περισσότερο άνθρακα στο έδαφος από αυτόν που τελικά εκπέμπεται με την καύση της (Εικόνα). 

Η τρέχουσα τιμή βιομάζας της αγριαγκινάρας είναι 50 €/t στο χωράφι και 70 €/t στην πόρτα του εργοστασίου. Με την τιμή αυτή και με βάση τα κοστολόγια παραγωγής και τις τρέχουσες τιμές άλλων προϊόντων (σιτάρι, βαμβάκι, κλπ) ευκόλως αποδεικνύεται ότι η νέα αυτή καλλιέργεια πολλαπλασιάζει το ακαθάριστο κέρδος παραγωγού. Βέβαια σε μια γεωργία που στηρίζεται στις επιδοτήσεις χρειάζεται να αναγνωριστεί από το ΥΠΑΑΤ και η αγριαγκινάρα ως ενεργειακή καλλιέργεια για να την εμπιστευτούν οι γεωργοί που το πρώτο τους ερώτημα είναι πόσο επιδοτείται η καλλιέργεια και αν με αυτήν διατηρούνται τα δικαιώματά τους.  

Προϋπόθεση Δ. Έχει η εναλλακτική χρήση γης άλλα οικονομικά και περιβαλλοντικά οφέλη;

Σε συνέχεια του παραδείγματος της αγριαγκινάρας, από την ανάλυση άλλων οικονομικών και περιβαλλοντικών ωφελειών προκύπτουν τα παρακάτω:

– Μεγάλο οικονομικό όφελος της ευρύτερης κοινωνίας καθότι η καλλιέργεια απαιτεί ελάχιστες εισροές και επομένως ελαχιστοποιείται η εξαγωγή συναλλάγματος (σπόροι, αγρο-χημικά, πετρέλαια, κλπ).

– Δυνατότητα δραστικής μείωσης εισαγωγών πετρελαίου για την παραγωγή Η/Ρ. Ως γνωστόν, στην Ελλάδα παράγονται 35 εκατ. MWhe από λιγνίτη που κοστίζουν 730 εκατ. €, ενώ μεγαλύτερο είναι το κόστος παραγωγής (περί τα 780 εκατ €) υπο-δεκαπλάσιας ηλεκτρικής ενέργειας (περί τα 3 εκατ. MWhe) από πετρέλαιο σε πολλά νησιά της χώρας (Σύρος, Λέσβος, Ρόδος, Κρήτη, κλπ).

– Πολλές νέες θέσεις εργασίας και συγκεκριμένα 20-30 θέσεις ανά μονάδα εγκατεστημένης ισχύος 40 MWe, αντίθετα με άλλες ΑΠΕ που απαιτούν ελάχιστες θέσεις εργασίες.

– Εκτός των προφανών ωφελειών από τη χρήση πράσινης ενέργειας αναφορικά με τη συμβολή στο φαινόμενο του θερμοκηπίου, με την παραγωγή στερεού βιοκαυσίμου από αγριαγκινάρα 

  • εξοικονομείται νερού άρδευσης πάνω από 400 κ.μ. ανά στρέμμα ετησίως 
  • μηδενίζεται η διάβρωση και εδαφών και ερημοποίηση επικλινών εδαφών
  • ελαχιστοποιείται η ρύπανσης από αγροχημικά ιδίως στην περιοχή υψηλού κινδύνου νιτρορύπανσης. 
  • Βελτιώνεται η δομή και η γονιμότητα εδαφών με αύξηση της οργανικής ουσίας περί το 1-1,5 % κατά τη διάρκεια μιας δεκαετίας.

Με βάση όλα τα ανωτέρω, δεν υπάρχει άσπρο και μαύρο για τα βιοκαύσιμα και αυτό γιατί δεν μπορούν να μπουν σε καλούπια διαφορετικές καλλιέργειες που παράγουν διαφορετικά προϊόντα κάτω από διαφορετικές οικολογικές συνθήκες και τρόπους διαχείρισης. Αντίθετα, κάθε αλλαγή χρήσης γης πρέπει να γίνεται στη βάση ποσοτικής εκτίμησης της καταλληλότητας της εναλλακτικής ως προς την παραδοσιακή χρήση και σε σχέση με τα κριτήρια που τέθηκαν. Και αυτό είναι δουλειά έμπειρων επιστημόνων σε μια δια-επιστημονική προσέγγιση (multidisciplinary approach). 

Τώρα, στο ηθικό δίλλημα ενέργεια αντί τροφής η απάντησή μου είναι ότι για τροφή καταναλώνουμε ημερησίως 3.500 kcal ανά άτομο αλλά σπαταλάμε 120.000 kcal γα να λειτουργήσουμε (τo διπλάσιο στις ΗΠΑ). Επομένως και η ενέργεια είναι απαραίτητη όπως και η τροφή. Η πείνα -όπου υπάρχει- δεν οφείλεται στην έλλειψη καλλιεργούμενης έκτασης αλλά στο άγονο έδαφος και την έλλειψη καλλιεργητικών μέσων και λίπανσης. Τον αιώνα που μεσολάβησε από το 1860 έως το 1960, ο πληθυσμός της γης αυξήθηκε κατά 2 δισεκατομμύρια που για να τραφούν επεκτάθηκε η καλλιεργούμενη γη κατά 8 δισεκατομμύρια στρέμματα. Από το 1960 έως σήμερα η καλλιεργούμενη έκταση δεν παρουσίασε σημαντική περαιτέρω επέκταση ενώ γίναμε κατά 3 δισεκατομμύρια περισσότεροι. Μπορέσαμε όμως να επιβιώσουμε χάρη στην ραγδαίως αυξανόμενη εφαρμογή (αζωτούχου) λίπανσης που έφθασε σήμερα τους 75 εκατ. τόνους. Με τη λίπανση αυτή επηρεάζουμε το φαινόμενο του θερμοκηπίου κατά λιγότερο από 1%. Έτσι τα περιθώρια αύξησης της παραγωγής τροφής είναι πολύ μεγάλα αν αναλογιστεί κανείς ότι η μέση αζωτούχος λίπανση είναι 5 κιλά ανά στρέμμα αλλά στις χώρες του 3ου κόσμου είναι πολύ μικρότερη τη στιγμή που στην Ευρώπη και στην Ελλάδα οι λιπάνσεις ξεπερνούν και τα 20-35 kg N ανά στρέμμα, ενώ κάθε κιλό εφαρμοζόμενου αζώτου ισοδυναμεί με 50 κιλά σπόρου. 

Τέλος, μερική αντικατάσταση καλλιεργειών τροφής με ενδεδειγμένες καλλιέργειες παραγωγής ενέργειας, όπως π.χ. η αγριαγκινάρα στην Ελλάδα, θα αποσυμπιέσει και τις τιμές των προϊόντων σε όφελος των γεωργών που είναι ο πλέον αδύναμος κρίκος σε όλες τις κοινωνίες.

 

0